Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντροκόκαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει χοντρά κόκαλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοντροκόκαλος < χοντρός + κόκαλο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντροκόκαλοςχοντροκόκαληχοντροκόκαλο
Γενικήχοντροκόκαλουχοντροκόκαληςχοντροκόκαλου
Αιτιατικήχοντροκόκαλοχοντροκόκαληχοντροκόκαλο
Κλητικήχοντροκόκαλεχοντροκόκαληχοντροκόκαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντροκόκαλοιχοντροκόκαλεςχοντροκόκαλα
Γενικήχοντροκόκαλωνχοντροκόκαλωνχοντροκόκαλων
Αιτιατικήχοντροκόκαλουςχοντροκόκαλεςχοντροκόκαλα
Κλητικήχοντροκόκαλοιχοντροκόκαλεςχοντροκόκαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →