Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοντρόπετσος

/xonˈdɾo.pe.t͡sos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει χοντρό δέρμα, πετσί ή φλούδα Βικιλεξικό
    • Να το ξεφλουδίσεις αυτό το ραδάκινο, γιατί είναι πολύ χοντρόπετσο.
  2. μεταφορικάπου δείχνει να μην έχει ευαισθησίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοντρόπετσος < χοντρό- + πετσί, πέτσ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντρόπετσοςχοντρόπετσηχοντρόπετσο
Γενικήχοντρόπετσουχοντρόπετσηςχοντρόπετσου
Αιτιατικήχοντρόπετσοχοντρόπετσηχοντρόπετσο
Κλητικήχοντρόπετσεχοντρόπετσηχοντρόπετσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχοντρόπετσοιχοντρόπετσεςχοντρόπετσα
Γενικήχοντρόπετσωνχοντρόπετσωνχοντρόπετσων
Αιτιατικήχοντρόπετσουςχοντρόπετσεςχοντρόπετσα
Κλητικήχοντρόπετσοιχοντρόπετσεςχοντρόπετσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →