χορήγηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χορηγώ Βικιλεξικό
- Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, Καθημερινή, 22/08/2023 https://www.kathimerini.gr/society/562575994/koronoios-esosan-zoes-ta-antiiika-farmaka/)
Ετυμολογία
χορήγηση < ελληνιστική κοινή χορήγησις < αρχαία ελληνική χορηγέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορήγηση | χορηγήσεις |
| Γενική | χορήγησης | χορηγήσεων |
| Αιτιατική | χορήγηση | χορηγήσεις |
| Κλητική | χορήγηση | χορηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →