χορδιστής
•
- επάγγελμαειδικός στο κούρδισμα μουσικών οργάνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορδιστής < (χορδίζω) χορδισ- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορδιστής | χορδιστές |
| Γενική | χορδιστή | χορδιστών |
| Αιτιατική | χορδιστή | χορδιστές |
| Κλητική | χορδιστή | χορδιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →