χορεία
•
- ομάδα καλών, ηθικών, σωστών κ.λπ. ανθρώπων ή άλλων όντων (αγέλλων κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Ανήκει στη μικρή χορεία όσων μπήκαν σε μια πλανητικών και ιστορικών διαστάσεων διαδικασία κοινωνικής επικύρωσης των ποδοσφαιρικών τους ικανοτήτων. (www.efsyn.gr, 04.01.2023)
- ιατρικήνευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακανόνιστες, ασταθείς κινήσεις των άκρων, του προσώπου και άλλων μυϊκών ομάδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορεία < ελληνιστική κοινή χορεία (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική χορεία < χορός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορεία | χορείες |
| Γενική | χορείας | χορειών |
| Αιτιατική | χορεία | χορείες |
| Κλητική | χορεία | χορείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →