χορηγία
•
- ιστορίατα χρήματα που ξόδευε στην αρχαιότητα κάποιος χορηγός, προκειμένου να παρασταθεί στο θέατρο ένα δραματικό έργο Βικιλεξικό
- οικονομίαη καταβολή των χρημάτων που απαιτούνται για την εκτέλεση κάποιου έργου (κοινής ωφελείας) καθώς και (κατ’ επέκταση) το σχετικό ποσό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορηγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χορηγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορηγία | χορηγίες |
| Γενική | χορηγίας | χορηγιών |
| Αιτιατική | χορηγία | χορηγίες |
| Κλητική | χορηγία | χορηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →