Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορηγία

/xo.ɾiˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίατα χρήματα που ξόδευε στην αρχαιότητα κάποιος χορηγός, προκειμένου να παρασταθεί στο θέατρο ένα δραματικό έργο Βικιλεξικό
  2. οικονομίαη καταβολή των χρημάτων που απαιτούνται για την εκτέλεση κάποιου έργου (κοινής ωφελείας) καθώς και (κατ’ επέκταση) το σχετικό ποσό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορηγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χορηγία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχορηγίαχορηγίες
Γενικήχορηγίαςχορηγιών
Αιτιατικήχορηγίαχορηγίες
Κλητικήχορηγίαχορηγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →