χορηγημένος
•
- που έχει χορηγηθεί, δοθεί, παρασχεθεί Βικιλεξικό
- που έχει χρηματοδοτηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορηγημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου χορηγώ
Άλλοι τύποι
χορηγημέναχορηγημένεχορηγημένεςχορηγημένηχορηγημένηςχορηγημένοχορηγημένοιχορηγημένοςχορηγημένουχορηγημένουςχορηγημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →