Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορηγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον χορηγό ή τη χορηγία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορηγικός < αρχαία ελληνική χορηγικός < χορηγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορηγικόςχορηγικήχορηγικό
Γενικήχορηγικούχορηγικήςχορηγικού
Αιτιατικήχορηγικόχορηγικήχορηγικό
Κλητικήχορηγικέχορηγικήχορηγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορηγικοίχορηγικέςχορηγικά
Γενικήχορηγικώνχορηγικώνχορηγικών
Αιτιατικήχορηγικούςχορηγικέςχορηγικά
Κλητικήχορηγικοίχορηγικέςχορηγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →