χοροπηδητό
•
- το χοροπήδημα, το να πηδάει κανείς πάνω-κάτω συνέχεια, πάνω στο κρεβάτι ή στο πάτωμα, είτε παίζοντας είτε χορεύοντας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοροπηδητό < χοροπηδώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοροπηδητό | χοροπηδητά |
| Γενική | χοροπηδητού | χοροπηδητών |
| Αιτιατική | χοροπηδητό | χοροπηδητά |
| Κλητική | χοροπηδητό | χοροπηδητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →