Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορτασμένος

/xoɾ.taˈzme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο χορτάτος, αυτός που έχει χορτάσει από κάτι (τροφή ή ό,τι άλλο έκρινε πως χρειαζόταν) Βικιλεξικό
    • Μα θέλεις τη χαρά της ζωής μοναχά για τον εαυτό σου. Θέλεις μοναχός σου ν’ ακούς τα πουλιά, μοναχός σου να είσαι χορτασμένος! Να ’ναι δικά σου όλα: γης, δέντρα, ήλιος, θάλασσα κι ανθρώποι.

Ετυμολογία

χορτασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χορταίνω

Άλλοι τύποι

χορτασμέναχορτασμένεχορτασμένεςχορτασμένηχορτασμένηςχορτασμένοχορτασμένοιχορτασμένοςχορτασμένουχορτασμένουςχορτασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →