χορτασμένος
•
- ο χορτάτος, αυτός που έχει χορτάσει από κάτι (τροφή ή ό,τι άλλο έκρινε πως χρειαζόταν) Βικιλεξικό
- Μα θέλεις τη χαρά της ζωής μοναχά για τον εαυτό σου. Θέλεις μοναχός σου ν’ ακούς τα πουλιά, μοναχός σου να είσαι χορτασμένος! Να ’ναι δικά σου όλα: γης, δέντρα, ήλιος, θάλασσα κι ανθρώποι.
Ετυμολογία
χορτασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χορταίνω
Άλλοι τύποι
χορτασμέναχορτασμένεχορτασμένεςχορτασμένηχορτασμένηςχορτασμένοχορτασμένοιχορτασμένοςχορτασμένουχορτασμένουςχορτασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →