χορωδιακό
•
- μουσικήάσμα (π.χ. μιας όπερας) που το τραγουδά η χορωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορωδιακό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου χορωδιακός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορωδιακό | χορωδιακά |
| Γενική | χορωδιακού | χορωδιακών |
| Αιτιατική | χορωδιακό | χορωδιακά |
| Κλητική | χορωδιακό | χορωδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →