χορωδιακός
•
- που έχει σχέση με μια χορωδία, ανήκει σ’ αυτή, εκτελείται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χορωδιακός < χορωδία + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική choral)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορωδιακός | χορωδιακή | χορωδιακό |
| Γενική | χορωδιακού | χορωδιακής | χορωδιακού |
| Αιτιατική | χορωδιακό | χορωδιακή | χορωδιακό |
| Κλητική | χορωδιακέ | χορωδιακή | χορωδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χορωδιακοί | χορωδιακές | χορωδιακά |
| Γενική | χορωδιακών | χορωδιακών | χορωδιακών |
| Αιτιατική | χορωδιακούς | χορωδιακές | χορωδιακά |
| Κλητική | χορωδιακοί | χορωδιακές | χορωδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →