Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορωδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μια χορωδία, ανήκει σ’ αυτή, εκτελείται απ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορωδιακός < χορωδία + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική choral)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορωδιακόςχορωδιακήχορωδιακό
Γενικήχορωδιακούχορωδιακήςχορωδιακού
Αιτιατικήχορωδιακόχορωδιακήχορωδιακό
Κλητικήχορωδιακέχορωδιακήχορωδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορωδιακοίχορωδιακέςχορωδιακά
Γενικήχορωδιακώνχορωδιακώνχορωδιακών
Αιτιατικήχορωδιακούςχορωδιακέςχορωδιακά
Κλητικήχορωδιακοίχορωδιακέςχορωδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →