Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορός του Ησαΐα

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η τριπλή περιφορά των νεονύμφων, γύρω από ένα τραπέζι που υποκαθιστά την Αγία Τράπεζα, κατά τη γαμήλια τελετή της ορθόδοξης εκκλησίας Βικιλεξικό
    • και ενώ το ζευγάρι χορεύει το χορό του Ησαΐα, οι συγγενείς και οι φίλοι τους βομβαρδίζουν με ρύζι, ακόμη και με κουφέτα
  2. κατ’ επέκτασηη τελετή του γάμου Βικιλεξικό
    • ήρθε και η ώρα για τον Αντωνάκη να χορέψει το χορό του Ησαΐα

Ετυμολογία

χορός του Ησαΐα → δείτε τις λέξεις χορός και Ησαΐας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →