Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοσάφι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κομπόστα Βικιλεξικό
    • Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)

Ετυμολογία

χοσάφι < (άμεσο δάνειο) τουρκική hoşaf < περσική خوشاب (khosh-āb, κομπόστα) < خوش (khosh, ευχάριστος) + آب (āb, νερό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοσάφιχοσάφια
Γενικήχοσαφιούχοσαφιών
Αιτιατικήχοσάφιχοσάφια
Κλητικήχοσάφιχοσάφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →