Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χοσμέτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ※ Σε ολίγον καιρόν γράφει ο αδελφός του αφέντη μου από τα Γιάννενα ότι θέλει ένα παιδί να του κάνη χοσμέτι. Μ’ έστειλαν εμένα, τα 1811. (Απομνημονεύματα, Ιωάννης Μακρυγιάννης, κεφ. A1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χοσμέτι < χισμέτι με τροπή άρθρωσης [i] > [o]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχοσμέτιχοσμέτια
Γενικήχοσμετιούχοσμετιών
Αιτιατικήχοσμέτιχοσμέτια
Κλητικήχοσμέτιχοσμέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →