χοτζέτι
•
- νομικός όροςέγκυρος τίτλος ιδιοκτησίας ή κυριότητας ενός ακινήτου (συνήθως μετά από απόφαση ιεροδίκη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χοτζέτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική hüccet
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χοτζέτι | χοτζέτια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χοτζέτι | χοτζέτια |
| Κλητική | χοτζέτι | χοτζέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →