χουβαρντού
•
- θηλυκό του χουβαρντάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουβαρντού < χουβαρντ(άς + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χουβαρντού | χουβαρντούδες |
| Γενική | χουβαρντούς | χουβαρντούδων |
| Αιτιατική | χουβαρντού | χουβαρντούδες |
| Κλητική | χουβαρντού | χουβαρντούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →