χουνέρι
•
- οικείοενέργεια που αποσκοπεί στην εξαπάτηση Βικιλεξικό
- οικείοπάθημα που οφείλεται σε εξαπάτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χουνέρι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική هنر (huner) (τουρκική hüner) < περσική هنر (honar, δεξιοτεχνία, τέχνη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χουνέρι | χουνέρια |
| Γενική | χουνεριού | χουνεριών |
| Αιτιατική | χουνέρι | χουνέρια |
| Κλητική | χουνέρι | χουνέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →