χούντα
•
- πολιτικήομάδα στρατιωτικών που κυβερνούν δικτατορικά, αφού ανήλθαν συνήθως με πραξικόπημα στην εξουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χούντα < (άμεσο δάνειο) ισπανική junta (ένωση) < λατινική iuncta, θηλυκό του iunctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος iungo < πρωτοϊταλική *jungō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *yunégti / *yungénti < *yewg- (ενώνω, συνδέω, ζεύγνυμι). Ζεύγος: τσόντα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χούντα | χούντες |
| Γενική | χούντας | — |
| Αιτιατική | χούντα | χούντες |
| Κλητική | χούντα | χούντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →