χρίζω
•
- θρησκείααλείφω με μύρο ή έλαιο Βικιλεξικό
- απονέμω επίσημο τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική χρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρίζω | χρίζεις | χρίζει | χρίζουμε | χρίζετε | χρίζουν / χρίζουνε |
| Παρατατικός | έχριζα | έχριζες | έχριζε | χρίζαμε | χρίζατε | έχριζαν / χρίζαν / χρίζανε |
| Αόριστος | έχρισα | έχρισες | έχρισε | χρίσαμε | χρίσατε | έχρισαν / χρίσαν / χρίσανε |
| Μέλλοντας | θα χρίζω / θα χρίσω | θα χρίζεις / θα χρίσεις | θα χρίζει / θα χρίσει | θα χρίζουμε / θα χρίσουμε | θα χρίζετε / θα χρίσετε | θα χρίζουν / θα χρίζουνε / θα χρίσουν / θα χρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρίσει | έχεις χρίσει | έχει χρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρίσει | είχες χρίσει | είχε χρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρίσει / να χρίζω / να χρίσω | να έχεις χρίσει / να χρίζεις / να χρίσεις | να έχει χρίσει / να χρίζει / να χρίσει | να χρίζουμε / να χρίσουμε | να χρίζετε / να χρίσετε | να χρίζουν / να χρίζουνε / να χρίσουν / να χρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε χρισμένο / χρίζε / χρίσε | — | — | χρίζετε / χρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →