χρίση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρίση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρῖσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρίση | χρίσεις |
| Γενική | χρίσης | χρίσεων |
| Αιτιατική | χρίση | χρίσεις |
| Κλητική | χρίση | χρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →