χρίσμα
•
- εκκλησιαστικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: χρίση
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρίσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρῖσμα (αρχαία σημασία: αλοιφή) < χρίω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρίσμα | χρίσματα |
| Γενική | χρίσματος | χρισμάτων |
| Αιτιατική | χρίσμα | χρίσματα |
| Κλητική | χρίσμα | χρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →