Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρίσμα

/ˈxɾi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εκκλησιαστικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
  2. εκκλησιαστικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: χρίση
  4. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρίω / χρίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρίσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρῖσμα (αρχαία σημασία: αλοιφή) < χρίω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρίσμαχρίσματα
Γενικήχρίσματοςχρισμάτων
Αιτιατικήχρίσμαχρίσματα
Κλητικήχρίσμαχρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →