Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρεία

/ˈxɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ανάγκη Βικιλεξικό
    • Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 10 Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες, ἐξανάλθες μοναχή· δὲν εἴν' εὔκολες οἱ θύρες ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ.

Ετυμολογία

χρεία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρείαχρείες
Γενικήχρείαςχρειών
Αιτιατικήχρείαχρείες
Κλητικήχρείαχρείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →