χρεία
•
- λόγιοη ανάγκη Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 10 Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες, ἐξανάλθες μοναχή· δὲν εἴν' εὔκολες οἱ θύρες ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ.
Ετυμολογία
χρεία < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρεία | χρείες |
| Γενική | χρείας | χρειών |
| Αιτιατική | χρεία | χρείες |
| Κλητική | χρεία | χρείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →