Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρειαζούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αναγκαίος, απαραίτητος Βικιλεξικό
    • Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.

Ετυμολογία

χρειαζούμενος < από το ρήμα χρειάζομαι.

Άλλοι τύποι

χρειαζούμεναχρειαζούμενεχρειαζούμενεςχρειαζούμενηχρειαζούμενηςχρειαζούμενοχρειαζούμενοιχρειαζούμενοςχρειαζούμενουχρειαζούμενουςχρειαζούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →