Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρειώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο απαραίτητος, πιο συνηθισμένο στον ουσιαστικοποιημένο πληθυντικό του ουδετέρου, τα χρειώδη, τα απαραίτητα, τα προς το ζην Βικιλεξικό
    • ο μέσος Ελληνας στερείται πολλά και μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερείται και τα χρειώδη

Ετυμολογία

χρειώδης < αρχαία ελληνική χρειώδης (χρήσιμος, αναγκαίος) < χρεῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρειώδηςχρειώδηςχρειώδες
Γενικήχρειώδουςχρειώδουςχρειώδους
Αιτιατικήχρειώδηχρειώδηχρειώδες
Κλητικήχρειώδη / χρειώδηςχρειώδηςχρειώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρειώδειςχρειώδειςχρειώδη
Γενικήχρειωδώνχρειωδώνχρειωδών
Αιτιατικήχρειώδειςχρειώδειςχρειώδη
Κλητικήχρειώδειςχρειώδειςχρειώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →