Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρεοκοπία

/xɾe.o.koˈpi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αδυναμία κάποιου να πληρώσει τα χρέη του Βικιλεξικό
    • Η τρίτη χρεοκοπία είναι η πλέον γνωστή, από τη δραματική δήλωση του Χαρίλαου Τρικούπη «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». (Γιώργος Ρωμαίος, Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών, εκδ. Πατάκης, 2016)
  2. μεταφορικάη πλήρης αποτυχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρεοκοπία < 1. (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρεοκοπία, 2. στη σημασία: πλήρης αποτυχία ((σημασιολογικό δάνειο) ιταλική bancarotta)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρεοκοπίαχρεοκοπίες
Γενικήχρεοκοπίαςχρεοκοπιών
Αιτιατικήχρεοκοπίαχρεοκοπίες
Κλητικήχρεοκοπίαχρεοκοπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →