χρεοκοπώ
•
- αμετάβατοφτάνω στην χρεοκοπία, κηρύσσω πτώχευση Βικιλεξικό
- μεταβατικόοδηγώ κάποιον στην χρεοκοπία Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποτυγχάνω κατά τρόπο ολοκληρωτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρεοκοπώ < ελληνιστική κοινή χρεoκοπῶ ή χρεωκοπῶ, συνηρημέοι τύποι του χρεοκοπέω / χρεωκοπέω < αρχαία ελληνική χρέος / χρέως + κόπτω
Άλλοι τύποι
χρεοκοπημένοςχρεοκοπούσαχρεοκόπησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →