χρεωκοπημένος
•
- κυριολεκτικάπου έχει χρεωκοπήσει Βικιλεξικό
- οι χρεωκοπημένες οικονομίες/ επιχειρήσεις
- μεταφορικάπου έχει αποτύχει ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
- η χρεωκοπημένη κυβέρνηση
- θύματα των χρεωκοπημένων συστημάτων
- οι περισσότεροι ψηφοφόροι προτίμησαν να μην σταυρώσουν χρεωκοπημένους πολιτικούς
Ετυμολογία
χρεωκοπημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου χρεωκοπώ
Άλλοι τύποι
χρεωκοπημέναχρεωκοπημένεχρεωκοπημένεςχρεωκοπημένηχρεωκοπημένηςχρεωκοπημένοχρεωκοπημένοιχρεωκοπημένοςχρεωκοπημένουχρεωκοπημένουςχρεωκοπημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →