Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρεωστάσιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοη αναστολή (μόνιμη ή προσωρινή) της αποπληρωμής των χρεών, διακοπή πληρωμών Βικιλεξικό
    • Την μερική κήρυξη χρεοστασίου χαρακτήρισε ως την πλέον ενδεδειγμένη λύση για την Ελλάδα ο γνωστός Σκωτσέζος οικονομολόγος Γκρείαμ Μάξτον (Graeme Maxton) μιλώντας το βράδυ της Τρίτης σε εκδήλωση των Economist Debates και Hazlis & Rivas στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. (εφημερίδα Το Βήμα, 21/2/2013)

Ετυμολογία

χρεωστάσιο < (μαρτυρείται από το 1893) χρεωστάσιον < χρέως + -στάσιον < ἵσταμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρεωστάσιοχρεωστάσια
Γενικήχρεωστάσιου / χρεωστασίουχρεωστασίων
Αιτιατικήχρεωστάσιοχρεωστάσια
Κλητικήχρεωστάσιοχρεωστάσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →