Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρεώγραφο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του χρεόγραφο Βικιλεξικό
    • Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)

Ετυμολογία

χρεώγραφο < χρεόγραφο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρεώγραφοχρεώγραφα
Γενικήχρεωγράφου / χρεώγραφουχρεωγράφων / χρεώγραφων
Αιτιατικήχρεώγραφοχρεώγραφα
Κλητικήχρεώγραφοχρεώγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →