χρηματίζω
•
- συνήθως στο αοριστικό θέμαυπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση Βικιλεξικό
- Χρημάτισε υπουργός επί ΝΔ αλλά και επί ΠΑΣΟΚ
- διαφθοράδωροδοκώ, λαδώνω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: χρηματίζομαι: δωροδοκούμαι, λαδώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματίζω < αρχαία ελληνική χρηματίζω < χρῆμα < χράομαι / χρῶμαι < χρή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρηματίζω | χρηματίζεις | χρηματίζει | χρηματίζουμε | χρηματίζετε | χρηματίζουν / χρηματίζουνε |
| Παρατατικός | χρημάτιζα | χρημάτιζες | χρημάτιζε | χρηματίζαμε | χρηματίζατε | χρημάτιζαν / χρηματίζαν / χρηματίζανε |
| Αόριστος | χρημάτισα | χρημάτισες | χρημάτισε | χρηματίσαμε | χρηματίσατε | χρημάτισαν / χρηματίσαν / χρηματίσανε |
| Μέλλοντας | θα χρηματίζω / θα χρηματίσω | θα χρηματίζεις / θα χρηματίσεις | θα χρηματίζει / θα χρηματίσει | θα χρηματίζουμε / θα χρηματίσουμε | θα χρηματίζετε / θα χρηματίσετε | θα χρηματίζουν / θα χρηματίζουνε / θα χρηματίσουν / θα χρηματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρηματίσει | έχεις χρηματίσει | έχει χρηματίσει | έχουμε χρηματίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρηματίσει | είχες χρηματίσει | είχε χρηματίσει | είχαμε χρηματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρηματίσει / να χρηματίζω / να χρηματίσω | να έχεις χρηματίσει / να χρηματίζεις / να χρηματίσεις | να έχει χρηματίσει / να χρηματίζει / να χρηματίσει | να έχουμε χρηματίσει / να χρηματίζουμε / να χρηματίσουμε | να χρηματίζετε / να χρηματίσετε | να χρηματίζουν / να χρηματίζουνε / να χρηματίσουν / να χρηματίσουνε |
| Προστακτική | — | χρημάτιζε / χρημάτισε | — | — | χρηματίζετε / χρηματίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρηματίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →