χρηματιστήριο
•
- οικονομίατο ίδρυμα στο οποίο πραγματοποιούνται συναλλαγές κινητών αξιών, τροφίμων και αγαθών Βικιλεξικό
- Εικόνα συντριβής παρουσιάζει το Χρηματιστήριο με τη συμπλήρωση οκτώ ετών ύφεσης (2009-2016). (Ανέστης Ντόκας, Στο 70,7% οι απώλειες του Χρηματιστηρίου Αθηνών στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, εφημερίδα Καθημερινή, 10 Απριλίου 2017)
- το σύνολο των συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο παραπάνω ίδρυμα Βικιλεξικό
- Με επιφυλακτικότητα κινείται σήμερα το χρηματιστήριο μετά τη διήμερη άνοδο, τη στιγμή που τα μηνύματα από τις διεθνείς αγορές είναι ευνοϊκά. (Ελευθερία Κούρταλη, Επιφυλακτικές κινήσεις στο Χρηματιστήριο μετά τη διήμερη άνοδο, capital.gr, 6 Αυγούστου 2020)
- το κτίριο όπου στεγάζεται το παραπάνω ίδρυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματιστήριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρηματιστήριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματιστήριο | χρηματιστήρια |
| Γενική | χρηματιστήριου / χρηματιστηρίου | χρηματιστηρίων |
| Αιτιατική | χρηματιστήριο | χρηματιστήρια |
| Κλητική | χρηματιστήριο | χρηματιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →