χρηματιστηριακώς
•
- λόγιομε χρηματιστηριακό τρόπο, μέσω χρηματιστηρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματιστηριακώς < χρηματιστηριακός + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
χρηματιστηριακώς < χρηματιστηριακός + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →