χρηματοδότηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ Βικιλεξικό
- Οξύτατη αντιπαράθεση στη Βουλή, αλλά και σοβαρές καταγγελίες, σχετικά με τη διάθεση των κονδυλίων του ΟΠΑΠ για τη χρηματοδότηση σωματείων (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τόμ. 2378-2380, 1999, σελ. 33)
- Από τότε μέχρι σήμερα έχουν διπλασιάσει την παραγωγή τους, έχουν εκμεταλλευτεί τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ, για να χτίσουν ένα υπερσύγχρονο διαλογητήριο / ψυγείο, και έχουν ήδη αποσβέσει το χρέος τους.
Ετυμολογία
χρηματοδότηση < χρηματοδοτώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματοδότηση | χρηματοδοτήσεις |
| Γενική | χρηματοδότησης | χρηματοδοτήσεων |
| Αιτιατική | χρηματοδότηση | χρηματοδοτήσεις |
| Κλητική | χρηματοδότηση | χρηματοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →