χρηματοκιβώτιο
•
- κιβώτιο ή χώρος ασφαλισμένος για την φύλαξη χρημάτων ή άλλων πολύτιμων αντικειμένων, εγγράφων κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματοκιβώτιο < χρηματο- + κιβώτιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματοκιβώτιο | χρηματοκιβώτια |
| Γενική | χρηματοκιβωτίου / χρηματοκιβώτιου | χρηματοκιβωτίων |
| Αιτιατική | χρηματοκιβώτιο | χρηματοκιβώτια |
| Κλητική | χρηματοκιβώτιο | χρηματοκιβώτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →