Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρηματοκομιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικάστη νεοελληνική αυτός που μεταφέρει χρήματα για λογαριασμού τρίτου, ως υπαλληλίσκος που διεκπεραιώνει μια άτυπη και ίσως παράνομη χρηματαποστολή Βικιλεξικό
  2. συνδετήρας που συγκρατεί δεσμίδα χαρτονομισμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρηματοκομιστής < χρήμα + κομίζω για τα πρόσωπα και απόδοση στα ελληνικά του όρου money-clip για την συγκράτηση δεσμίδας χαρτονομισμάτων, μορφολογικά αναλύεται χρηματο- + κομιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρηματοκομιστήςχρηματοκομιστές
Γενικήχρηματοκομιστήχρηματοκομιστών
Αιτιατικήχρηματοκομιστήχρηματοκομιστές
Κλητικήχρηματοκομιστήχρηματοκομιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →