χρηματολογία
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματολογία < χρήματ(ος) + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματολογία | χρηματολογίες |
| Γενική | χρηματολογίας | χρηματολογιών |
| Αιτιατική | χρηματολογία | χρηματολογίες |
| Κλητική | χρηματολογία | χρηματολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →