χρηματομεσίτης
•
- επάγγελμακάποιος που μεσολαβεί σε οικονομικές συναλλαγές (σύναψη δανείων κ.λπ.) μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών Βικιλεξικό
- επάγγελμαχρηματιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματομεσίτης < χρηματο- + μεσίτης (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Börsenmakler)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματομεσίτης | χρηματομεσίτες |
| Γενική | χρηματομεσίτη | χρηματομεσιτών |
| Αιτιατική | χρηματομεσίτη | χρηματομεσίτες |
| Κλητική | χρηματομεσίτη | χρηματομεσίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →