χρηματοπιστωτικός
•
- οικονομίαπου αναφέρεται στη μεταφορά χρήματος από επενδυτές και αποταμιευτές προς δανειζομένους, πολύ συχνά με τη μεσολάβηση οργανισμών όπως είναι οι τράπεζες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματοπιστωτικός < χρήμα + πιστωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματοπιστωτικός | χρηματοπιστωτική | χρηματοπιστωτικό |
| Γενική | χρηματοπιστωτικού | χρηματοπιστωτικής | χρηματοπιστωτικού |
| Αιτιατική | χρηματοπιστωτικό | χρηματοπιστωτική | χρηματοπιστωτικό |
| Κλητική | χρηματοπιστωτικέ | χρηματοπιστωτική | χρηματοπιστωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηματοπιστωτικοί | χρηματοπιστωτικές | χρηματοπιστωτικά |
| Γενική | χρηματοπιστωτικών | χρηματοπιστωτικών | χρηματοπιστωτικών |
| Αιτιατική | χρηματοπιστωτικούς | χρηματοπιστωτικές | χρηματοπιστωτικά |
| Κλητική | χρηματοπιστωτικοί | χρηματοπιστωτικές | χρηματοπιστωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →