χρησιμεύω
•
- είμαι χρήσιμος, έχω κάποια χρησιμότητα Βικιλεξικό
- μια αναβολή δε χρησιμεύει σε τίποτα αυτή τη στιγμή
- με χρησιμοποιούν για να κάνουν κάτι Βικιλεξικό
- σε τι χρησιμεύει αυτό το εργαλείο;
Ετυμολογία
χρησιμεύω < αρχαία ελληνική χρησιμεύω με τη σημερινή έννοια < χρήσιμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρησιμεύω | χρησιμεύεις | χρησιμεύει | χρησιμεύουμε | χρησιμεύετε | χρησιμεύουν / χρησιμεύουνε |
| Παρατατικός | χρησίμευα | χρησίμευες | χρησίμευε | χρησιμεύαμε | χρησιμεύατε | χρησίμευαν / χρησιμεύαν / χρησιμεύανε |
| Αόριστος | χρησίμευσα | χρησίμευσες | χρησίμευσε | χρησιμεύσαμε | χρησιμεύσατε | χρησίμευσαν / χρησιμεύσαν / χρησιμεύσανε |
| Μέλλοντας | θα χρησιμεύσω / θα χρησιμεύω | θα χρησιμεύεις / θα χρησιμεύσεις | θα χρησιμεύει / θα χρησιμεύσει | θα χρησιμεύουμε / θα χρησιμεύσουμε | θα χρησιμεύετε / θα χρησιμεύσετε | θα χρησιμεύουν / θα χρησιμεύουνε / θα χρησιμεύσουν / θα χρησιμεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρησιμεύσει | έχεις χρησιμεύσει | έχει χρησιμεύσει | έχουμε χρησιμεύσει | έχετε χρησιμεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρησιμεύσει | είχες χρησιμεύσει | είχε χρησιμεύσει | είχαμε χρησιμεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρησιμεύσει / να χρησιμεύσω / να χρησιμεύω | να έχεις χρησιμεύσει / να χρησιμεύεις / να χρησιμεύσεις | να έχει χρησιμεύσει / να χρησιμεύει / να χρησιμεύσει | να έχουμε χρησιμεύσει / να χρησιμεύουμε / να χρησιμεύσουμε | να έχετε χρησιμεύσει / να χρησιμεύετε / να χρησιμεύσετε | να χρησιμεύουν / να χρησιμεύουνε / να χρησιμεύσουν / να χρησιμεύσουνε |
| Προστακτική | — | χρησίμευε / χρησίμευσε | — | — | χρησιμεύετε / χρησιμεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →