χρησιμοθήρας
•
- λόγιοαυτός που επιδιώκει μόνο ό,τι θεωρεί χρήσιμο για τον εαυτό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρησιμοθήρας < χρήσιμος + -ο- + -θήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρησιμοθήρας | χρησιμοθήρες |
| Γενική | χρησιμοθήρα | χρησιμοθήρων |
| Αιτιατική | χρησιμοθήρα | χρησιμοθήρες |
| Κλητική | χρησιμοθήρα | χρησιμοθήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →