χρησιμοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρησιμοποίηση < (καθαρεύουσα) χρησιμοποίησις < χρησιμοποιώ + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρησιμοποίηση | χρησιμοποιήσεις |
| Γενική | χρησιμοποίησης | χρησιμοποιήσεων |
| Αιτιατική | χρησιμοποίηση | χρησιμοποιήσεις |
| Κλητική | χρησιμοποίηση | χρησιμοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →