Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρησιμοποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορείς να κάνεις χρήση του, δεν έχει χαλάσει, αντέχει ακομα, ή που γενικά μπορεί να αξιοποιηθεί σε κάτι χρήσιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρησιμοποιήσιμος < χρησιμοποιώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρησιμοποιήσιμοςχρησιμοποιήσιμηχρησιμοποιήσιμο
Γενικήχρησιμοποιήσιμουχρησιμοποιήσιμηςχρησιμοποιήσιμου
Αιτιατικήχρησιμοποιήσιμοχρησιμοποιήσιμηχρησιμοποιήσιμο
Κλητικήχρησιμοποιήσιμεχρησιμοποιήσιμηχρησιμοποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρησιμοποιήσιμοιχρησιμοποιήσιμεςχρησιμοποιήσιμα
Γενικήχρησιμοποιήσιμωνχρησιμοποιήσιμωνχρησιμοποιήσιμων
Αιτιατικήχρησιμοποιήσιμουςχρησιμοποιήσιμεςχρησιμοποιήσιμα
Κλητικήχρησιμοποιήσιμοιχρησιμοποιήσιμεςχρησιμοποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →