χρησιμοποιημένος
•
- που έχει χρησιμοποιηθεί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου έχει φθαρεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρησιμοποιημένος < χρησιμοποιώ
Άλλοι τύποι
χρησιμοποιημέναχρησιμοποιημένεχρησιμοποιημένεςχρησιμοποιημένηχρησιμοποιημένηςχρησιμοποιημένοχρησιμοποιημένοιχρησιμοποιημένοςχρησιμοποιημένουχρησιμοποιημένουςχρησιμοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →