Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρησμοδοτώ

ρήμα
•
  1. διατυπώνω και δίνω χρησμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρησμοδοτώ < (ελληνιστική κοινή) / χρησμοδοτῶ < αρχαία ελληνική χρησμός + δίδωμι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρησμοδοτώχρησμοδοτείςχρησμοδοτείχρησμοδοτούμεχρησμοδοτείτεχρησμοδοτούν / χρησμοδοτούνε
Παρατατικόςχρησμοδοτούσαχρησμοδοτούσεςχρησμοδοτούσεχρησμοδοτούσαμεχρησμοδοτούσατεχρησμοδοτούσαν / χρησμοδοτούσανε
Αόριστοςχρησμοδότησαχρησμοδότησεςχρησμοδότησεχρησμοδοτήσαμεχρησμοδοτήσατεχρησμοδοτήσαν / χρησμοδοτήσανε / χρησμοδότησαν
Μέλλονταςθα χρησμοδοτήσω / θα χρησμοδοτώθα χρησμοδοτήσεις / θα χρησμοδοτείςθα χρησμοδοτήσει / θα χρησμοδοτείθα χρησμοδοτήσουμε / θα χρησμοδοτούμεθα χρησμοδοτήσετε / θα χρησμοδοτείτεθα χρησμοδοτήσουν / θα χρησμοδοτήσουνε / θα χρησμοδοτούν / θα χρησμοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω χρησμοδοτήσειέχεις χρησμοδοτήσειέχει χρησμοδοτήσειέχουμε χρησμοδοτήσειέχετε χρησμοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χρησμοδοτήσειείχες χρησμοδοτήσειείχε χρησμοδοτήσειείχαμε χρησμοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτήσω / να χρησμοδοτώνα έχεις χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτήσεις / να χρησμοδοτείςνα έχει χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτείνα έχουμε χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτήσουμε / να χρησμοδοτούμενα έχετε χρησμοδοτήσει / να χρησμοδοτήσετε / να χρησμοδοτείτενα χρησμοδοτήσουν / να χρησμοδοτήσουνε / να χρησμοδοτούν / να χρησμοδοτούνε
Προστακτική—χρησμοδότει / χρησμοδότησε——χρησμοδοτήστε / χρησμοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →