Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρηστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με το χρησμό του μαντείου Βικιλεξικό
  2. που μπορεί κάποιος να τον χρησιμοποιήσει, ο χρήσιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρηστήριος < αρχαία ελληνική χρηστήριος < χράω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηστήριοςχρηστήριαχρηστήριο
Γενικήχρηστήριουχρηστήριαςχρηστήριου
Αιτιατικήχρηστήριοχρηστήριαχρηστήριο
Κλητικήχρηστήριεχρηστήριαχρηστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρηστήριοιχρηστήριεςχρηστήρια
Γενικήχρηστήριωνχρηστήριωνχρηστήριων
Αιτιατικήχρηστήριουςχρηστήριεςχρηστήρια
Κλητικήχρηστήριοιχρηστήριεςχρηστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →