χρηστήριος
•
- ο σχετικός με το χρησμό του μαντείου Βικιλεξικό
- που μπορεί κάποιος να τον χρησιμοποιήσει, ο χρήσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηστήριος < αρχαία ελληνική χρηστήριος < χράω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηστήριος | χρηστήρια | χρηστήριο |
| Γενική | χρηστήριου | χρηστήριας | χρηστήριου |
| Αιτιατική | χρηστήριο | χρηστήρια | χρηστήριο |
| Κλητική | χρηστήριε | χρηστήρια | χρηστήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρηστήριοι | χρηστήριες | χρηστήρια |
| Γενική | χρηστήριων | χρηστήριων | χρηστήριων |
| Αιτιατική | χρηστήριους | χρηστήριες | χρηστήρια |
| Κλητική | χρηστήριοι | χρηστήριες | χρηστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →