Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χριστιανοδημοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον χριστιανοδημοκράτη ή τη χριστιανοδημοκρατία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χριστιανοδημοκρατικός < χριστιανοδημοκρατία / χριστιανοδημοκράτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχριστιανοδημοκρατικόςχριστιανοδημοκρατικήχριστιανοδημοκρατικό
Γενικήχριστιανοδημοκρατικούχριστιανοδημοκρατικήςχριστιανοδημοκρατικού
Αιτιατικήχριστιανοδημοκρατικόχριστιανοδημοκρατικήχριστιανοδημοκρατικό
Κλητικήχριστιανοδημοκρατικέχριστιανοδημοκρατικήχριστιανοδημοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχριστιανοδημοκρατικοίχριστιανοδημοκρατικέςχριστιανοδημοκρατικά
Γενικήχριστιανοδημοκρατικώνχριστιανοδημοκρατικώνχριστιανοδημοκρατικών
Αιτιατικήχριστιανοδημοκρατικούςχριστιανοδημοκρατικέςχριστιανοδημοκρατικά
Κλητικήχριστιανοδημοκρατικοίχριστιανοδημοκρατικέςχριστιανοδημοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →