Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χριστιανοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οι Χριστιανοί όλου του κόσμου Βικιλεξικό
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)

Ετυμολογία

χριστιανοσύνη < χριστιαν(ός) + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχριστιανοσύνηχριστιανοσύνες
Γενικήχριστιανοσύνηςχριστιανοσυνών
Αιτιατικήχριστιανοσύνηχριστιανοσύνες
Κλητικήχριστιανοσύνηχριστιανοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →