Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονικός

/xɾo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά στο χρόνο Βικιλεξικό
    • χρονικό διάστημα
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  2. γραμματικήπου εκφράζει χρόνο Βικιλεξικό
    • χρονική αύξηση
    • χρονική πρόταση
    • χρονικό επίρρημα, χρονικός σύνδεσμος

Ετυμολογία

χρονικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρονικός < αρχαία ελληνική χρόν(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονικόςχρονικήχρονικό
Γενικήχρονικούχρονικήςχρονικού
Αιτιατικήχρονικόχρονικήχρονικό
Κλητικήχρονικέχρονικήχρονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονικοίχρονικέςχρονικά
Γενικήχρονικώνχρονικώνχρονικών
Αιτιατικήχρονικούςχρονικέςχρονικά
Κλητικήχρονικοίχρονικέςχρονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →