Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ρύθμιση ενός μηχανισμού ώστε κάποια λειτουργία του να συμβαίνει σε κατάλληλο χρόνο, σχετικό με άλλη λειτουργία της Βικιλεξικό
  2. η επιλογή του χρόνου στο οποίο θα γίνει κάποια ενέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρονισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρονισμόςχρονισμοί
Γενικήχρονισμούχρονισμών
Αιτιατικήχρονισμόχρονισμούς
Κλητικήχρονισμέχρονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →